Σάββατο, 3 Δεκεμβρίου 2011

Μνήμη 3ης Δεκέμβρη 1944. Οι Βρετανοί αντικαθιστούν τους Γερμανούς

dekemvris44.jpeg
«Όμως ο πόλεμος δεν τελείωσε ακόμα
Γιατί κανένας πόλεμος δεν τελείωσε ποτέ!».
Μ.Αναγνωστάκης 

Η ουτοπία της Απελευθέρωσης στο τέλος του πολέμου, η προσδοκία ενός καινούριου κόσμου που ανατέλλει πάνω στα ερείπια της βαρβαρότητας, κράτησε λίγο στην Ελλάδα. Αιτία ήταν πως υπήρξε κάτι πολύ περισσότερο από ουτοπία, αφού είχε ήδη βρει τους τόπους της, πολύ πριν τη γερμανική υποχώρηση, στα βουνά της Ελεύθερης Ελλάδας. Το σύντομο επεισόδιο της Απελευθέρωσης ξεκίνησε με μια μαζική σφαγή στις 15 Οκτωβρίου 1944 άοπλων διαδηλωτών από τους ένοπλους συνεργάτες των Γερμανών, που είχαν ταμπουρωθεί στα ξενοδοχεία γύρω από την Ομόνοια. Τελείωσε με τον ίδιο τρόπο, με την επίθεση της αστυνομίας στην ΕΑΜική διαδήλωση της Κυριακής 3 Δεκέμβρη 1944...

Οι υπουργοί του ΕΑΜ είχαν παραιτηθεί 3 μέρες νωρίτερα μετά το ναυάγιο των διαπραγματεύσεων κατά τις οποίες ο Γ. Παπανδρέου προσπαθούσε να επιβάλει μονομερή αφοπλισμό των δυνάμεων του ΕΛΑΣ. Αφού έδωσε άδεια για την πραγματοποίηση της διαδήλωσης, η (εναπομείνασα) κυβέρνηση την ανακάλεσε το βράδυ της προηγουμένης φοβούμενη δήθεν μια απόπειρα “ένοπλης κατάληψης της εξουσίας”. Πολλά λέχτηκαν και γράφτηκαν για το τι πραγματικά συνέβη εκείνη την ημέρα. Οι κατευθυνόμενες φήμες περί “αιματηρής δράσης του ΕΛΑΣ” διοχετεύτηκαν έκτοτε σε αφθονία. Τόσο που η μετέπειτα τάση υποστασιοποίησης των ψυχροπολεμικών ψυχώσεων από την πλευρά του επίσημου κράτους αλλά και η εν πολλοίς μυθολογική προσέγγιση της αριστεράς “σκέπασαν” τη μνήμη εκείνης της διαδήλωσης, “της μεγαλύτερης διαδήλωσης που είχε γνωρίσει ποτέ η πρωτεύουσα”.
Ως ελάχιστη συνεισφορά στη μνήμη εκείνης της ημέρας θα επικαλεστούμε και θα παραθέσουμε εδώ (σε δική μας μετάφραση) την αφήγηση ενός αυτόπτη μάρτυρα που δε θα μπορούσε παρά να είναι  αρνητικά προδιατεθειμένος απέναντι στη διαδήλωση. Είναι αυτή του Βρετανού αξιωματικού W. Byford-Jones όπως δημοσιεύτηκε στο βιβλίο του The Greek Trilogy (Resistance-Liberation-Revolution) που εκδόθηκε λίγους μήνες αργότερα το 1945 στο Λονδίνο (Hutchinson and Co., σσ. 137-139):
Στις 10 το πρωί κυκλοφόρησαν οι φήμες πως η ηγεσία του ΕΑΜ εργαζόταν ολονυχτίς προετοιμάζοντας τη διαδήλωση, παρά την κυβερνητική απαγόρευση. Πληροφοριοδότες της κυβέρνησης δήλωναν πως το ΕΑΜ καλούσε τον κόσμο χτυπώντας τις καμπάνες και τις σειρήνες και λέγοντας πως θα γίνει η πιο μεγάλη διαδήλωση-διαμαρτυρία ενάντια στην επέμβαση του στρατηγού Σκόμπυ και στη διαταγή αφοπλισμού των ανταρτών. Παρά τις φήμες ο λαός της Αθήνας συνέχιζε να κυκλοφορεί ανέμελος στην οδό Πανεπιστημίου, να κάθεται στις καφετέριες, ή να προετοιμάζεται για την ορχηστρική συναυλία που ήταν προγραμματισμένη για τις 11 . [...]
Η ιδέα της συναυλίας με έθελγε και πήγα μέχρι το θέατρο Παλλάς με τη σκέψη πως ήταν δίπλα στην Πλατεία Συντάγματος, και ότι θα ήμουν πολύ κοντά σε περίπτωση που συνέβαινε κάτι εξαιρετικό.
Οι σιδερένιες πύλες του θεάτρου ήταν κλειστές και ένα πολυάριθμο φιλόμουσο κοινό περίμενε να ανοίξουν. Ένας κοντός και γεροδεμένος άνδρας με μακριές μπούκλες που ανέμιζαν κι ένα βιολί στο χέρι, εμφανίστηκε λέγοντας: “Νομίζω πως είναι ανώφελο να περιμένετε. Πολλά μέλη του προσωπικού και της ορχήστρας ανήκουν στο ΕΑΜ.”
Πριν προλάβει κανείς να απαντήσει, η ησυχία εκείνου του κυριακάτικου πρωινού ταράχτηκε ξαφνικά από το βόμβο ενός ποδοβολητού και συνθήματα που τα φώναζαν από τηλεβόες. “Τελικά την κάνουν τη διαδήλωση!” είπε ένα κορίτσι δίπλα μου. “Φοβάμαι πως θα γίνουν φασαρίες”.
Γύρισα τρέχοντας στη “Μεγάλη Βρετάνια” για να έχω θέα στην πλατεία. Πολύς κόσμος στεκόταν στην είσοδο κοιτάζοντας την πλατεία, απ’ όπου άρχισαν να καταφθάνουν πομπές ολάκερες ανθρώπων. Στα παράθυρα των δωματίων μπορούσα να ξεχωρίσω τα κεφάλια κάποιων πολεμικών ανταποκριτών που είχαν μόλις ξυπνήσει. Από τα παράθυρα του αστυνομικού τμήματος που ήταν απέναντι από το ξενοδοχείο, κάποιες παράξενες φάτσες παρακολουθούσαν τα τεκταινόμενα.
Όλο το επόμενο τέταρτο της ώρας παρακολουθούσα τους διαδηλωτές να φτάνουν στην πλατεία ανεμίζοντας τα λάβαρα και τις σημαίες τους, Βρετανικές, Αμερικάνικες, Ρώσικες κι Ελληνικές. Καθώς η μεγάλη αυτή συγκέντρωση συγκροτούνταν, οι τηλεβόες συνέχιζαν να φωνάζουν τα συνθήματα: “Κάτω η επέμβαση”, “Τιμωρήστε τους δοσίλογους”, “Κάτω ο βασιλιάς”. Ο κόσμος που περπατούσε στο δρόμο ή στεκόταν μπροστά στο θέατρο Παλλάς άρχισε να συγκεντρώνεται μπροστά στη Μεγάλη Βρετάνια για να δει τη διαδήλωση, ενώ κάποιοι λίγοι έφυγαν.
Διάλεξα μια θέση στη γωνία της πλατείας μπροστά από το μπαρ που βρίσκεται στο ισόγειο του κτιρίου που στέγαζε την αστυνομική διεύθυνση, κι έβλεπα τη διαδήλωση να προχωράει. Η κεφαλή της είχε φτάσει μπροστά από την είσοδο των Παλαιών Ανακτόρων, όταν την προσοχή μου απέσπασαν οι φωνές μιας ομάδας αστυνομικών που στέκονταν στο μπαλκόνι του κτιρίου πάνω από το μπαρ. Προς μεγάλη μου έκπληξη, οι αστυνομικοί είχαν προτάξει τα όπλα τους. Κάποιοι ήταν όρθιοι, κάποιοι γονατιστοί έτσι που έβλεπε κανείς μονάχα τα κεφάλια τους. Μερικοί στόχευαν τη διαδήλωση στο ψαχνό. Θεώρησα πως επρόκειτο για μια προληπτική ενέργεια σε περίπτωση που οι διαδηλωτές επιτεθούν στο αστυνομικό τμήμα. Η ελληνική αστυνομία είναι ένοπλη.
Η διαδήλωση πλησίασε: άντρες, γυναίκες και παιδιά πορεύονταν σε σειρές των οκτώ ή δέκα. Ένας στους τέσσερις κρατούσε μια σημαία συμμαχική, ελληνική, ή ένα πλακάτ πάνω στο οποίο ήταν γραμμένα με χτυπητό κόκκινο χρώμα τα συνθήματα που φώναζαν άνδρες και γυναίκες με αυτοσχέδιους τηλεβόες στις δύο πλευρές της πορείας. Ήταν μια τυπική διαδήλωση του ΚΚΕ-ΕΑΜ. Οι ηλικίες των συμμετεχόντων κυμαίνονταν από δέκα-δώδεκα μέχρι εξήντα χρονών και βάλε. Μερικά παιδιά ήταν ξυπόλητα, οι περισσότεροι χωρίς πανωφόρια, αλλά υπήρχαν και πολλοί καλοντυμένοι. Όπως και τις προηγούμενες φορές, ξεχώριζε το πλήθος νέων γυναικών από 18 μέχρι 30 χρονών. Δεν υπήρχε τίποτα το σκοτεινό ή απειλητικό στη διαδήλωση. Κάποιοι άντρες φώναζαν με φανατισμό προς το αστυνομικό τμήμα ή το ξενοδοχείο, αλλά υπήρχε και μια χιουμοριστική χροιά, με διάφορα αστεία και πειράγματα να ανταλλάσσονται ανάμεσα στους διαδηλωτές και τον κόσμο που παρατηρούσε από τα πεζοδρόμια.
Την προσοχή μου τράβηξε πάλι το μπαλκόνι από πάνω μου, όπου ακούστηκε κάτι σαν παράγγελμα, στα ελληνικά. Η κεφαλή της διαδήλωσης τότε βρισκόταν σε λιγότερο από τριάντα μέτρα. Ο Μπάρμπερ του United Press μου εξήγησε αργότερα πως ήταν εντολή να πυροβολήσουν. Την επόμενη στιγμή οι αστυνομικοί τράβηξαν τη σκανδάλη, όχι ταυτόχρονα σαν ένα πειθαρχημένο σώμα, αλλά διστακτικά, ο ένας μετά τον άλλο, σαν μερικοί να δίσταζαν να υπακούσουν στη διαταγή. Νόμιζα ακόμα πως ήταν ένα προληπτικό μέτρο, και κοίταξα πάλι το πλήθος που πλησίαζε.
meros10_photo2_small.jpgΑυτό που έγινε στη συνέχεια ήταν τόσο ασύλληπτα εξωπραγματικό που ένιωθα σαν να παρακολουθώ ταινία. Η αστυνομική διμοιρία από πάνω μας άδειασε τα όπλα της στη διαδήλωση. Είχα ακούσει ατέλειωτες ιστορίες για μαζικές εκτελέσεις Ελλήνων από Γερμανούς, τις οποίες είχα και δεν είχα πιστέψει. Είχα δει ανθρώπους που γνώριζα και αγαπούσα πολύ να σκοτώνονται δίπλα μου στο πεδίο της μάχης, αλλά τίποτα από όλα αυτά δεν ήταν δυνατόν να με προετοιμάσει γι’ αυτό που αντίκρυσα σ’ εκείνον τον πλατύ, ηλιόλουστο, δεντροστοιχισμένο δρόμο, πλημμυρισμένο από ανθρώπους που αστειεύονταν και γελούσαν, μια αναπνοή από τα αρχαία μνημεία της πρώτης δημοκρατίας, με τη γλυκιά ηχώ της καμπάνας να αιωρείται ακόμα πάνω από το ήσυχο κυριακάτικο αεράκι. Στην αρχή νόμισα ότι η αστυνομία έριχνε άσφαιρα, ή ότι πυροβολούσε στον αέρα πάνω από το συγκεντρωμένο πλήθος. Το ίδιο πίστεψαν και πολλοί άλλοι. Όμως το χειρότερο είχε συμβεί. Άντρες, γυναίκες και παιδιά που λίγο νωρίτερα φώναζαν και γελούσαν, γεμάτοι ψυχή και περηφάνεια, κουνώντας τις σημαίες τους, και τις σημαίες μας, έπεσαν στο έδαφος, με το αίμα να στάζει από τα κεφάλια και τα σώματά τους στο οδόστρωμα ή στις σημαίες που κρατούσαν. Δεν θα ξεχάσω ποτέ αυτή τη σκηνή. Μια νέα κοπέλα με λευκή μπλούζα που σιγά σιγά κοκκίνιζε από το αίμα στο στήθος της. Ένας νέος άντρας, με ένα σημάδι σαν από αγκίστρι, να σφαδάζει κι έπειτα από λίγο να ξεψυχάει. Ένα παιδί που ούρλιαζε κρατώντας το κεφάλι του. Οι πυροβολισμοί συνεχίστηκαν πάνω από μισή ώρα, όλοι τους από την πλευρά της αστυνομίας, κι ενώ οι υποστηρικτές του ΕΑΜ παρέμεναν ξαπλωμένοι στο έδαφος.
Είδα κάποιους Άγγλους κοκκινοσκούφηδες να τρέχουν στο αστυνομικό τμήμα αλλά δεν ξέρω αν ήταν για να σταματήσουν τους πυροβολισμούς. Όταν οι πυροβολισμοί σταμάτησαν, σε μια στιγμή ο κόσμος σηκώθηκε, κοιτάζοντας ο ένας τον άλλο, και βλέποντας τότε πια ποιοι είχαν σκοτωθεί, ποιοι ήταν τραυματίες , ποιοι σώθηκαν. Μαζεύτηκαν κατά ομάδες κοιτάζοντας τους σκοτωμένους και φωνάζοντας το όνομά τους και ανακοινώνοντάς το και στους άλλους. 1rey8c1.jpgΟι συγγενείς έτρεξαν στα πτώματα κι άρχισαν να κλαίνε από πάνω τους υστερικά. Πάνω από εκατό διαδηλωτές, γυναίκες και άντρες όλων των ηλικιών κείτονταν νεκροί ή τραυματίες. Πολλές χιλιάδες κόσμου βρυχώταν εκτοξεύοντας απειλές και βρισιές στην αστυνομία. Ήταν η πιο αποκρουστική σκηνή που έχω ποτέ δει. “Θα μπούνε όλοι στο αστυνομικό τμήμα τώρα” είπε κάποιος που βρισκόταν κοντά μου. Βρετανικά τανκς κατέφτασαν και άρχισαν να παίρνουν θέσεις γύρω από το κτίριο, φτιάχνοντας ένα σιδηρούν προστατευτικό παραπέτασμα στις δύο πλευρές του αστυνομικού τμήματος. Οι διαδηλωτές στρίγκλιζαν και ούρλιαζαν, έσκιζαν τα πουκάμισά τους και φώναζαν “Σκοτώστε με, δειλοί, τσιράκια του Παπαντρέου!”. Όσοι βρεθήκαμε μέσα στη γραμμή του πυρός, περίμεναμε ανά πάσα στιγμή την ένοπλη απάντηση του ΕΑΜ. Στην ταράτσα των γραφείων του ΚΚΕ υπήρχε ένα πολυβολείο που θα μπορούσε να θερίσει την αστυνομική ζώνη με καταιγιστικά πυρά. Αλλά το ΕΑΜ αρκέστηκε στις κατάρες και τις απειλές. Ήταν τέτοια η οργή του πλήθους που, αν είχαν ανοίξει πυρ, ο εμφύλιος θα ξέσπαγε εκείνη την ίδια στιγμή. Όσοι παρακολουθούσαμε μαζέψαμε τους τραυματίες και τους βάλαμε σε αυτοκίνητα που τους μετέφεραν στο νοσοκομείο. Εγώ μετέφερα ένα δωδεκάχρονο κορίτσι που πυροβολήθηκε στο πόδι κι είχε ένα επιπόλαιο επιφανειακό τραύμα στο κεφάλι. Ήταν χλωμή και υποσιτισμένη, και με κοίταζε χαμογελώντας ανόρεχτα.”
Στην κηδεία των θυμάτων την επομένη εμφανίστηκε ξανά μια πελώρια πένθιμη πομπή του κόσμου των εργατών, των γυναικών, των φτωχών μεροκαματιάρηδων των προσφυγικών γειτονιών. Μέχρι το βράδυ σχεδόν της ίδιας μέρας το ΕΑΜ αρκούνταν σε “κατάρες και απειλές”. Με την κατάληψη των πρώτων αστυνομικών τμημάτων από τις δυνάμεις του ΕΛΑΣ το βράδυ της 4ης προς 5 Δεκέμβρη ξεκίνησε η μάχη των 33 ημερών που έμεινε γνωστή ως Δεκεμβριανά και κατέληξε στην στρατιωτική ήττα του ΕΛΑΣ στην πρωτεύουσα από τις συμπορευόμενες δυνάμεις των βρετανικών αυτοκρατορικών στρατευμάτων, της βασιλόφρονος Ορεινής Ταξιαρχίας και των κατοχικών Ταγμάτων Ασφαλείας που επανεξοπλίστηκαν απέναντι στον εχθρό του “κοινωνικού μας καθεστώτος”.
Ήταν η πρώτη ένοπλη επέμβαση εναντίον των δυνάμεων της αντιφασιστικής αντίστασης στην Ευρώπη και τούτο πριν ακόμα τελειώσει ο πόλεμος! Αντίπαλος δεν ήταν ένα κόμμα, ούτε μια “ένοπλη ανταρσία” όπως καταγράφηκε στα επίσημα κρατικά κατάστιχα. Ήταν ένας ολόκληρος κόσμος, ο κόσμος του ΕΑΜικού κινήματος που είχε ήδη γεννηθεί μέσα στην κατοχή, ο κόσμος εκείνων που ως τότε δεν είχαν μήτε φωνή μήτε λόγο, μα δημιούργησαν, πληρώνοντας βαρύ τίμημα αίματος, μια νέα ζωή στις μαζικές συλλογικές πρακτικές λαϊκής εξουσίας, δικαιοσύνης, εκπαίδευσης, τέχνης, στις τέσσερις γωνιές της Ελλάδας. Αυτός ο κόσμος έπρεπε να συντριβεί για να διατηρήσουν οι προπολεμικές ελίτ την εξουσία τους στη χώρα. Θα χρειαζόταν ακόμα πολύς καιρός και μια συστηματική και θεσμοθετημένη θηριωδία. Η σφαγή του Δεκέμβρη ήταν μία -η πιο οργανωμένη και συμβολικά σημαντική- από τις επιθέσεις στον άμαχο, ανώνυμο πληθυσμό που πολέμησε για τη νίκη της “ελευθερίας” και της “δημοκρατίας” ενάντια στο φασισμό και τη βαρβαρότητα.
Το γεγονός ήταν απλά ο προάγγελος για τον διαρκή πόλεμο που κηρυσσόταν, από εκείνη κιόλας τη στιγμή, σε κάθε σκίρτημα της επανάστασης που αναδύθηκε από την αντιφασιστική νίκη. Κι η ανάμνηση αυτού του εγκλήματος του κράτους δεν είναι παρά μια ελάχιστη απόπειρα να ξαναστήσουμε στη μνήμη και στον κοινό μας λόγο τον κόσμο αυτόν που ακόμα κι αν χρειάστηκε να τον θερίσουν αλλεπάλληλες φορές γερμανικά, εγγλέζικα, αμερικανικά κι ελληνικά πολυβόλα κι εκτελεστικά αποσπάσματα υπήρξε πολύ δυνατός και πολύ πεισματάρης για να χαθεί.
-
Υ.Γ. Ξαναδιαβάζοντάς το, ανακαλύψαμε πως μια πρώτη ελληνική μετάφραση του παραπάνω κειμένου σε έντυπη μορφή παρατίθεται ατο βιβλίο του Θ. Κουτσουμπού, Ελλάδα 1941-1945. Πόλεμος των χωρικών και Κοινωνική Επανάσταση, Αθήνα, Λέων, 2003.
Από http://maurochali.wordpress.com όπου θα βρείτε και άλλες μαρτυρίες


Οι Βρετανοί αντικαθιστούν τους Γερμανούς

Στις 18 Οκτωβρίου η γαλανόλευκη υψώνεται ξανά στην Ακρόπολη την οποία για 4 χρόνια μόλυνε η σβάστικα. Η λεγόμενη κυβέρνηση «εθνικής ενότητας» και οι βρετανοί γίνονται δεκτοί με ενθουσιασμό από το λαό της Αθήνας που, στην πλειοψηφία του, ανήκει στο ΕΑΜ. Τα ένοπλα τμήματα του ΕΛΑΣ δεν μπαίνουν στην πόλη υπακούοντας στην καθόλου αθώα διαταγή των βρετανών που θέλουν να δείξουν πως αυτοί απελευθέρωσαν την Αθήνα. Όλοι όμως γνωρίζουν πως το ΕΑΜ, αν ήθελε, θα μπορούσε να κατέχει και την Αθήνα όπως κατέχει την υπόλοιπη χώρα. Ο Γουντχάουζ είναι σαφέστατος: «Αν δεν ήταν οι Βρετανοί από το 1942 στην Ελλάδα, με την υποχώρηση των Γερμανών το ΕΑΜ θα είχε τον πλήρη έλεγχο της χώρας».
Ο Παπανδρέου μιλώντας στο λαό ,που ζητά κατοχύρωση της ελευθερίας του, δηλώνει υποκριτικά «πιστεύομεν εις την λαοκρατίαν». Στην πραγματικότητα η μαριονέτα του Τσώρτσιλ αδιαφορεί για τα παλλαϊκά αιτήματα που είναι: α) η τιμωρία όσων συνεργάστηκαν με τον κατακτητή και μαυροφόρεσαν χιλιάδες Έλληνες φορώντας τη στολή του γερμανοτσολιά ή την κουκούλα του καταδότη, 2) η δυνατότητα να αποφασίσει ο λαός χωρίς παρεμβάσεις τόσο για το πολίτευμα όσο και για την κυβέρνηση που τον εκφράζει. Οι επικυρίαρχοι έχουν άλλα σχέδια ξέροντας πως αν ο λαός αποφασίσει ελεύθερα, αυτοί δεν έχουν μέλλον στη χώρα. Οι ταγματασφαλίτες οδηγούνται σε στρατόπεδα όχι για να κρατηθούν αλλά για να προστατευτούν από τη λαϊκή αγανάκτηση. Βγαίνουν τη νύχτα για να τρομοκρατήσουν τις λαϊκές συνοικίες και το χάραμα σταβλίζονται ξανά στη «φυλακή» τους. Οι πολιτικοί επιδίδονται σ’ ένα όργιο κατασυκοφάντησης της αντίστασης ενώ η «δικαιοσύνη» καταδικάζει μαζικά τους μαχητές για «εγκλήματα» κατά των… κατακτητών (καταδικάζονται ακόμα και σε εκτέλεση επειδή είχαν το «θράσος» να σκοτώνουν γερμανούς στρατιώτες)! Σύντομα, οι φυλακές γεμίζουν από αγωνιστές ενώ οι δοσίλογοι στελεχώνουν το νέο κρατικό μηχανισμό.
Τσώρτσιλ: «Χτυπήστε απροειδοποίητα»
Όλα αυτά είναι επιταγή χωρίς αντίκρισμα αν δεν αφοπλιστεί ο ελληνικός λαός. Ο Τσώρτσιλ δεν αρκείται στη διπλωματική νίκη του. Μεθοδεύει τη συντριβή του ΕΑΜ. Τα τηλεγραφήματα του προς τον υπουργό των εξωτερικών σερ Άντονι Ήντεν είναι αποκαλυπτικά. Στις 29 Αυγούστου 1944 σημειώνει: «Είναι εξαιρετικά σημαντικό να χτυπήσουμε απροειδοποίητα χωρίς να προηγηθεί καμιά φανερή κρίση. Αυτός είναι ο καλύτερος τρόπος για να προκαταλάβουμε το ΕΑΜ». Στις 7 Νοεμβρίου γίνεται πιο σαφής: «Δεν θα έπρεπε να διστάσουμε να χρησιμοποιήσουμε βρετανικά στρατεύματα, για να υποστηρίξουμε την κυβέρνηση του κ. Παπανδρέου… Προσδοκώ ότι θα έχουμε σύγκρουση με το ΕΑΜ και δεν πρέπει να προσπαθήσουμε να την αποφύγουμε υπό τον όρο να επιλέξουμε εμείς το έδαφος».
Ο Παπανδρέου κι ο Σκόμπι πιέζουν για μονομερή αφοπλισμό του ΕΛΑΣ. Οι ηγέτες του ΕΑΜ βλέποντας πως η υποχωρητικότητα που επέδειξαν για να μη διασπαστεί «η ενότητα των συμμάχων» έχει αποθρασύνει τους βρετανούς, αντιπροτείνουν την ταυτόχρονη αποστράτευση του ΕΛΑΣ, του φιλοβρετανικού ΕΔΕΣ και της Ορεινής Ταξιαρχίας Ρίμινι, ενός σώματος στελεχωμένου αποκλειστικά από οπαδούς της μοναρχίας και της 4ης Αυγούστου (το οποίο ο Ηλίας Τσιριμώκος θα αποκαλέσει εύστοχα «σώμα πραιτωριανών») και τη δημιουργία εθνικού στρατού από τον οποίο θα αποκλειστούν οι συνεργάτες των Γερμανών και της δικτατορίας. Ο Τσώρτσιλ έχει βρει την ευκαιρία που ζητούσε. Τα όργανα του δίνουν τελεσίγραφο στο ΕΑΜ να παραδώσει τον οπλισμό του μέχρι τις 10 Δεκεμβρίου. Παράλληλα, βαφτίζουν τους συνεργάτες των Γερμανών ταγματασφαλίτες «εθνικό στρατό» και τους εξοπλίζουν. Από τα πρώτα στελέχη αυτού του στρατού κι ο περιβόητος Χ. Γερακίνης ο οποίος συνέτασσε αναφορές στη Βέρμαχτ με το εξής «πατριωτικό» περιεχόμενο: «Απώλειαι: Εκ των ημετέρων εις Γερμανός στρατιώτης». Ακόμα και για την υποχωρητική ηγεσία του ΕΑΜ όλα αυτά είναι υπερβολικά. Τα στελέχη του αποχωρούν από την κυβέρνηση και ζητούν παραίτηση του Παπανδρέου θεωρώντας αυτόν κι όχι τους Άγγλους αποκλειστικό υπεύθυνο της κρίσης. Όμως, οι βρετανικές λόγχες είναι έτοιμες να στηρίξουν τον πρόθυμο για όλα πρωθυπουργό. Ο πρεσβευτής της Αγγλίας σερ Ρέτζιναλντ Λήπερ και ο Σκόμπι αναλαμβάνουν δράση καθώς ο Τσώρτσιλ δεν εμπιστεύεται τον «γέρο ανόητο» Παπανδρέου. Αν αυτός διστάσει να εκτελέσει τις εντολές, θα πρέπει «να κλειδωθεί σ’ ένα δωμάτιο μέχρι να ξανάρθει στα λογικά του».
Το έγκλημα αρχίζει
Το ΕΑΜ προαναγγέλλει συλλαλητήριο την Κυριακή 3 Δεκέμβρη και γενική πολιτική απεργία την επόμενη μέρα. Ο διοικητής της αστυνομίας Άγγελος Έβερτ ξέρει τι πρέπει να κάνει. Την Κυριακή η κεφαλή της πορείας φτάνει στον Άγνωστο Στρατιώτη. Και τότε τα όπλα θερίζουν το λαό. Αδιάφορο αν οι χειριστές ήταν Βρετανοί ή «Έλληνες». Αδιάφορο αν ήταν «τακτικός στρατός» ή εξοπλισμένοι ταγματασφαλίτες. Το «πρώτο αίμα» στο μονόπλευρο (προς το παρόν) εμφύλιο είχε χυθεί. Κι ήταν ελληνικό.
Την επόμενη μέρα, μια λαοθάλασσα περνά από το ξενοδοχείο της «Μεγάλης Βρετανίας» σηκώνοντας τα φέρετρα των δολοφονημένων και τραβά για το νεκροταφείο. Στην επιστροφή του το πλήθος περνά μπροστά από το ξενοδοχείο «Ερμής» στην Πανεπιστημίου όπου στεγάζονται δοσίλογοι που οι βρετανοί δήλωναν πως αφόπλισαν. Πυκνό πυρ χτυπά και πάλι τους διαδηλωτές σκοτώνοντας και τραυματίζοντας δεκάδες. Ο Σκόμπι έχει ήδη πάρει τις εντολές του από τον Τσώρτσιλ: «Μη διστάσετε να συμπεριφερθείτε σαν να βρίσκεστε σε μια κατακτημένη πόλη όπου έχει ξεσπάσει εξέγερση…Πρέπει να κρατήσουμε και να κυριαρχήσουμε στην Αθήνα. Εάν τούτο το επιτύχετε χωρίς αιματοχυσία θα είναι κατόρθωμα, αλλά και με αιματοχυσία θα είναι επίσης κατόρθωμα». Κηρύσσει στρατιωτικό νόμο, απευθύνει τελεσίγραφο στον ΕΛΑΣ να εκκενώσει την Αθήνα και τα περίχωρα της για να μην θεωρηθεί «εχθρική δύναμη» και απειλεί να κόψει την παροχή τροφίμων στον πληθυσμό της πόλης. Από κει και πέρα δράση αναλαμβάνουν οι ταγματασφαλίτες που χτυπούν τις συνοικίες και, όταν βρουν αντίσταση από ΕΛΑΣίτικα τμήματα, σώζονται από τους βρετανούς.
Τη συμμετοχή δοσίλογων στα γεγονότα επιβεβαιώνει ο τότε υφυπουργός Στρατιωτικών στρατηγός Λεωνίδας Σπαής. Στο βιβλίο του «Πενήντα χρόνια στρατιώτης στην υπηρεσία του έθνους και της δημοκρατίας», το «λησμονεί». Το παραδέχεται, όμως, σε άρθρο του που δημοσιεύθηκε στα «Πολιτικά Θέματα» της 4ης Δεκεμβρίου 1976. Απόσπασμα αυτού του άρθρου παραθέτει ο Βάσος Μαθιόπουλος στο βιβλίο του «Ο Δεκέμβρης του 1944» (εκδόσεις Νέα Σύνορα-Α.Α.Λιβάνη, σελίδα 46): «Αποφασίστηκε να χρησιμοποιηθούν κατά του ΕΑΜ τα Τάγματα Ασφαλείας. Η εισήγηση ήταν των Άγγλων και η απόφαση δική μου. Δεν θέλω να δικαιολογήσω την πράξη, αλλά δεν γινόταν αλλιώς, η στρατιωτική μας δύναμη ήταν ανύπαρκτη. Συνολικά υπήρχαν 27.000 άνδρες των Ταγμάτων ασφαλείας. Χρησιμοποιήσαμε 12.000, τους λιγότερο εκτεθειμένους, και οπωσδήποτε κανένα από τα σημαίνοντα στελέχη. Τους ντύσαμε, και τους εξοπλίσαμε, αφού τους πήραμε από τα στρατόπεδα συγκεντρώσεως… Δεν είναι αλήθεια ότι δεν χρησιμοποιήθηκαν Τάγματα Ασφαλείας στα Δεκεμβριανά… Χρησιμοποιήθηκαν περίπου οι μισοί από όσους είχαν συλληφθεί και αυτή είναι η αλήθεια που αποκαλύπτω σήμερα».
Ο Τσώρτσιλ δεν κρύβει τις προτιμήσεις του: «Θεωρώ ότι οι συνεργάτες των Γερμανών έκαναν ό,τι μπορούσαν για να προστατεύσουν τον ελληνικό πληθυσμό… Ο κύριος εχθρός είναι οι κομμουνιστές… Δεν τίθεται ζήτημα έντασης της αυστηρότητας προς τους δοσίλογους με σκοπό να κερδηθεί η επιδοκιμασία των κομμουνιστών. Η επιδοκιμασία τους μας είναι άχρηστη».

Σε «άνιση πάλη κι αγώνα»
Ο ΕΛΑΣ ελέγχει όλη την πόλη εκτός από ένα μικρό κομμάτι που περιλαμβάνει το Σύνταγμα, το Γουδί, τα Εξάρχεια, του Μακρυγιάννη και τη Σχολή Ευελπίδων. Αυτή η περιοχή, που ο λαός αποκαλεί «Σκομπία», έχει «πρωτεύουσα» τη «Μεγάλη Βρετανία» όπου είναι το κέντρο επιχειρήσεων. Μέσα σ’ αυτή την περιοχή κυκλοφορούν τμήματα του βρετανικού στρατού και ένοπλοι συνεργάτες των Ες Ες και αργότερα του ΜΙ6. Άνθρωποι με ιδεολογία σαν αυτή του συνταγματάρχη Παπαδόγκωνα ο οποίος απέστειλε την «ιστορική» επιστολή στον… Χίτλερ όταν απέτυχε η εναντίον του απόπειρα: «…Από την ιεράν γην της αρχαίας Σπάρτης, εκ της οποίας προήλθεν η δράσις των ηρώων του Λεωνίδου, η οποία έσωσεν τον ευρωπαϊκόν πολιτισμόν, υψούται η προσευχή μας: Κύριε φύλαττε τον Φύρερ».
Οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ εύκολα θα μπορούσαν να καταλάβουν τη «Σκομπία». Ωστόσο, το κρίσιμο διάστημα η ηγεσία του ΕΑΜ δίνει διαταγές για αναμονή και –όσο το δυνατόν- αποφυγή συμπλοκών με βρετανούς οι οποίοι, όμως, δεν έχουν ανάλογες αναστολές.
Ενώ τα αμερικανοβρετανικά στρατεύματα έχουν καθηλωθεί στις Αρδένες, ο Τσώρτσιλ στέλνει βρετανικές μονάδες από την Ιταλία στην Αθήνα. Ενημερώνει τον Σκόμπι πως «Ο βασικός στόχος είναι η συντριβή του ΕΑΜ. Η λήξη των συγκρούσεων υποτάσσεται σ’ αυτό το σκοπό…Όχι ειρήνη χωρίς τη νίκη». Βρετανικά τανκς χτυπούν στο κέντρο της Αθήνας ενώ αεροπλάνα της ΡΑΦ βομβαρδίζουν τις λαϊκές συνοικίες. Το ΕΑΜ περιορίζεται σε άμυνα χωρίς να μεταφέρει τμήματα του από την υπόλοιπη χώρα. Ο στρατηγός Στέφανος Σαράφης και ο Άρης Βελουχιώτης διατάσσονται να ελέγξουν την Ήπειρο, που κατέχει ο Ζέρβας, για να αποφευχθεί από εκεί εισβολή των βρετανών στα νώτα του ΕΛΑΣ!
Υπό αυτές τις συνθήκές η έκβαση της μάχης της Αθήνας είναι προδιαγεγραμμένη...



Related Posts with Thumbnails

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου